Διαμεσολάβηση

Το γραφείο μας στηρίζει το θεσμό της διαμεσολάβησης , ο οποίος έχει ψηφιστεί με το Νόμο 3898/12.12.2010 και  τροποποιήθηκε στη  συνέχεια με τους Νόμους 4640/2019 και 4647/2019  Η διαμεσολάβηση είναι ένας  εναλλακτικός τρόπος επίλυσης διαφορών και διεξάγεται με τη συνδρομή ενός τρίτου ειδικά εκπαιδευμένου και διαπιστευμένου  αντικειμενικού προσώπου, του Διαμεσολαβητή, ο οποίος προσπαθεί να οδηγήσει τα μέρη στην επίτευξη συμφωνίας, συμβάλλοντας  ουσιαστικά και αποφασιστικά στην ταχεία εξωδικαστική επίλυση αστικών και εμπορικών υποθέσεων.

Ειδικότερα μετά από την παρακολούθηση του βασικού προγράμματος της Διαμεσολάβησης το έτος 2013  ,της μετεκπαίδευσης της στην Οικογενειακή Διαμεσολάβηση από το ΚΕΔΙΠ  και της ειδικής διαπίστευσης που έλαβε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης  η Δικηγόρος Χρυσούλα, μπορεί να αναλάβει τον ρόλο του Διαμεσολαβητή σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.

Στη διαδικασία της διαμεσολάβησης μπορούν να υπαχθούν αστικές και εμπορικές διαφορές, εθνικού ή διασυνοριακού χαρακτήρα, υφιστάμενες ή μέλλουσες, εφόσον τα μέρη έχουν την εξουσία να διαθέτουν το αντικείμενο της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.

Πριν από την προσφυγή στο Δικαστήριο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος οφείλει να ενημερώσει τον εντολέα του εγγράφως για τη δυνατότητα διαμεσολαβητικής διευθέτησης της διαφοράς ή μέρους αυτής σύμφωνα με την παράγραφο 1, καθώς και για την υποχρέωση προσφυγής στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία και τη διαδικασία αυτής των άρθρων 6 και 7 του Νόμου 4640/2019. Το ενημερωτικό έγγραφο συμπληρώνεται και υπογράφεται από τον εντολέα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και κατατίθεται με το εισαγωγικό δικόγραφο της αγωγής που τυχόν ασκηθεί ή με τις προτάσεις το αργότερο μέχρι τη συζήτησή της, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης της αγωγής. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και για τις αγωγές που έχουν κατατεθεί από 30.11.2019 έως σήμερα.

Σύμφωνα με το άρθρο 6 Ν.4640/2019, οι αστικές και εμπορικές διαφορές υπάγονται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, εφόσον τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της μεταξύ τους διαφοράς:

α) Οι οικογενειακές διαφορές, εκτός από αυτές των περιπτώσεων α΄, β΄ και γ΄ της παραγράφου 1, καθώς και εκείνες της παραγράφου 2 του άρθρου 592 Κ.Πολ.Δ.,

β) Οι διαφορές που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία και υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ και Πολυμελούς Πρωτοδικείου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας,

γ) Οι διαφορές για τις οποίες σε έγγραφη συμφωνία των μερών προβλέπεται και είναι σε ισχύ ρήτρα διαμεσολάβησης.

Στις ανωτέρω περιπτώσεις για το παραδεκτό της συζήτησης της αγωγής που τυχόν θα ασκηθεί, κατατίθεται μαζί με τις προτάσεις της συζήτησης της υπόθεσης πρακτικό της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης.

Στην   Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία  διαμεσολάβησης (ΥΑΣ) κατά την οποία ο διαμεσολαβητής ενημερώνει τα μέρη για τη διαδικασία της διαμεσολάβησης, τις βασικές αρχές που τη διέπουν καθώς και για τη δυνατότητα εξωδικαστικής επίλυσης της συγκεκριμένης διαφοράς σας με βάση τις ιδιαιτερότητες και τη φύση αυτής.

Σκοπός της Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας είναι να εξετάσουν τα μέρη τη δυνατότητα εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς  με διαμεσολάβηση.

Αν μετά την Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία δεν επιθυμούν τα μέρη  να συνεχίσουν  τη διαδικασία της διαμεσολάβησης, μπορούν να αποχωρήσουν χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία, κύρωση ή ποινή.

Η επιλογή του διαμεσολαβητή για την Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία μπορεί να γίνει μετά από συμφωνία των μερών της διαφοράς. Αν δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία, ο διαμεσολαβητής ορίζεται από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης (ΚΕΔ) με βάση μια σύντομη διαδικασία που ορίζεται στο νόμο.

H συμμετοχή στη διαδικασία της διαμεσολάβησης είναι μια  εθελοντική διαδικασία, τα μέρη προσέρχονται με τη θέλησή τους και μπορούν να αποχωρήσουν σε κάθε στάδιο αυτής. Ουσιαστικά η διαδικασία διεξάγεται μέσα από εμπιστευτικές συνομιλίες και διαπραγματεύσεις με τη βοήθεια του διαμεσολαβητή, ο οποίος πρέπει να είναι εξειδικευμένος και αμερόληπτος.

 Μετά το πέρας της διαδικασίας διαμεσολάβησης ο διαμεσολαβητής συντάσσει το πρακτικό διαμεσολάβησης, στο οποίο περιλαμβάνεται το αποτέλεσμα της επιτυχούς συμφωνίας ή της αποτυχίας της διαδικασίας, την αιτία της διαφοράς καθώς και τα στοιχεία που εκ του νόμου αποτελούν ελάχιστο περιεχόμενο αυτού .

Κάθε μέρος δύναται να καταθέσει το πρακτικό επίτευξης συμφωνίας οποτεδήποτε στη γραμματεία του καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιου δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η εκδίκαση της υπόθεσης κι εφόσον υπάρχει αξίωση που μπορεί να εκτελεστεί αναγκαστικά, αποτελεί εκτελεστό τίτλο (αρθ. 904 παρ. 2 περ. γ ΚΠολΔ). Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η άμεση εκτέλεση χωρίς την εμπλοκή σε άλλες διαδικαστικές διαδικασίες.

Μετά την κατάθεση του πρακτικού στο Δικαστήριο η άσκηση αγωγής για την ίδια διαφορά είναι απαράδεκτη στο μέτρο που το αντικείμενό της καλύπτεται από τη συμφωνία των μερών, τυχόν δε εκκρεμής δίκη καταργείται. Κατά την κατάθεση προσκομίζεται παράβολο ποσού πενήντα (50,00) ευρώ, το ύψος του οποίου μπορεί να αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης. Η δαπάνη για το παράβολο βαρύνει τον καταθέτη, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.

Σε αντίθεση με τη Δικαστικές διαδικασίες όπου συνήθως οι συζητήσεις είναι δημόσιες, όλα όσα ειπώθηκαν στη διαμεσολάβηση είναι απόλυτα εμπιστευτικά για τα μέρη (εκτός εάν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά).

Είναι αναμφισβήτητο ότι είτε πρόκειται για εμπορική , είτε για οικογενειακή διαφορά, η διατήρηση των σχέσεων μπορεί να αποτελέσει βασικό πλεονέκτημα της διαμεσολάβησης. Η διαμεσολάβηση βοηθά τα μέρη να επικεντρωθούν στην αποτελεσματική επικοινωνία μεταξύ τους,  η οποία  είναι πιθανόν να τους οδηγήσει στην επιτυχή έκβαση της υπόθεσής τους.